Γράφει η Ελμίρα Μεχραλίεβα
Τηλέφωνα επικοινωνίας: 2102440094 - 6973167150
Ιστιοσελίδα: http://logoped.gr/
Πάρνηθος 9 και Μουστακάτου 6
Μενίδι.
(κοντά στην εκκλησία του Αγίου Βλάσση)
Πολλοί γονείς ανησυχούν μήπως η διγλωσσία προκαλεί κάποιου είδους αναπτυξιακού προβλήματος στο παιδί τους (π.χ. δυσκολίες στη γλωσσική και γνωστική ανάπτυξη). Παλιές έρευνες υποστήριζαν ότι η διγλωσσία έχει αρνητικές επιπτώσεις στη γλωσσική ανάπτυξη του παιδιού.
Τώρα πιστεύεται ότι παιδιά μέσης νοημοσύνης μαθαίνουν μία δεύτερη γλώσσα σχετικά εύκολα. Όσο πιο νωρίς ξεκινήσει η δίγλωσση εκπαίδευση, τόσο πιο πιθανό είναι ότι το παιδί θα γίνει ένας ικανός δίγλωσσος, ώστε να μεταβαίνει από τη μία γλώσσα στην άλλη εύκολα και χωρίς προσπάθεια. Η διγλωσσία μπορεί να οδηγήσει σε μεγαλύτερη γνωστική ευελιξία, και κατά συνέπεια θα μπορούσε να ενδυναμώσει τη νοημοσύνη.
Τα δίγλωσσα παιδιά προέρχονται στην πλειοψηφία τους από μικτές οικογένειες ή οικογένειες μεταναστών, που για λόγους ένταξης στην κοινωνία ή για τη διατήρηση της μητρικής/πατρικής καταγωγής τους, διατηρούν την επαφή και με τις δύο γλώσσες.
Τα παιδιά που εκτίθενται σε δύο γλώσσες κατά τα πρώτα τέσσερα χρόνια της ζωής τους έχουνε πάρα πολλές πιθανότητες να γίνουν δίγλωσσα, δηλαδή φυσικοί ομιλητές και των δύο γλωσσών, άρα και με τις δύο γλώσσες ως μητρικές.
Η ανάπτυξη της δεύτερης γλώσσας εξαρτάται από:
• Την ηλικία εκμάθησης της δεύτερης γλώσσας. Όσο μικρότερο είναι το παιδί, τόσο πιο γρήγορα και πιο αποτελεσματικά μαθαίνει τη δεύτερη γλώσσα.
• Την ποσότητα έκθεσης στη δεύτερη γλώσσα. Ένα παιδί που εκτίθεται στη δεύτερη γλώσσα σε καθημερινή βάση μέσα από την τηλεόραση και τη συναναστροφή με μεγαλύτερους συνομηλίκους θα παρουσιάζει ένα πολύ πιο αναπτυγμένο σύστημα επικοινωνίας από ένα παιδί που χρησιμοποιεί τη δεύτερη γλώσσα μόνο π.χ. στην παιδική χαρά.
• Την ποιότητα έκθεσης στη δεύτερη γλώσσα. Ένα παιδί μπορεί να χρησιμοποιεί της ελληνική γλώσσα σε καθημερινή βάση, αλλά η ποιότητα των ελληνικών να είναι κακή (π.χ. ένας γονιός που μιλάει σπαστά ελληνικά).
• Το βαθμό της φωνητικής και δομικής ομοιότητας με τη μητρική γλώσσα. Για παράδειγμα, το παιδί που μαθαίνει Αλβανικά και Ελληνικά (φωνητικά και δομικά παρόμοιες γλώσσες) πιθανόν να του είναι πιο εύκολο συγκριτικά με το παιδί που μαθαίνει Κινέζικα και Ελληνικά (φωνητικά και δομικά διαφορετικές γλώσσες) (Καμπανάρου, 2008).
Τηλέφωνα επικοινωνίας: 2102440094 - 6973167150
Ιστιοσελίδα: http://logoped.gr/
Πάρνηθος 9 και Μουστακάτου 6
Μενίδι.
(κοντά στην εκκλησία του Αγίου Βλάσση)
Πολλοί γονείς ανησυχούν μήπως η διγλωσσία προκαλεί κάποιου είδους αναπτυξιακού προβλήματος στο παιδί τους (π.χ. δυσκολίες στη γλωσσική και γνωστική ανάπτυξη). Παλιές έρευνες υποστήριζαν ότι η διγλωσσία έχει αρνητικές επιπτώσεις στη γλωσσική ανάπτυξη του παιδιού.
Τώρα πιστεύεται ότι παιδιά μέσης νοημοσύνης μαθαίνουν μία δεύτερη γλώσσα σχετικά εύκολα. Όσο πιο νωρίς ξεκινήσει η δίγλωσση εκπαίδευση, τόσο πιο πιθανό είναι ότι το παιδί θα γίνει ένας ικανός δίγλωσσος, ώστε να μεταβαίνει από τη μία γλώσσα στην άλλη εύκολα και χωρίς προσπάθεια. Η διγλωσσία μπορεί να οδηγήσει σε μεγαλύτερη γνωστική ευελιξία, και κατά συνέπεια θα μπορούσε να ενδυναμώσει τη νοημοσύνη.
Τα δίγλωσσα παιδιά προέρχονται στην πλειοψηφία τους από μικτές οικογένειες ή οικογένειες μεταναστών, που για λόγους ένταξης στην κοινωνία ή για τη διατήρηση της μητρικής/πατρικής καταγωγής τους, διατηρούν την επαφή και με τις δύο γλώσσες.
Τα παιδιά που εκτίθενται σε δύο γλώσσες κατά τα πρώτα τέσσερα χρόνια της ζωής τους έχουνε πάρα πολλές πιθανότητες να γίνουν δίγλωσσα, δηλαδή φυσικοί ομιλητές και των δύο γλωσσών, άρα και με τις δύο γλώσσες ως μητρικές.
Η ανάπτυξη της δεύτερης γλώσσας εξαρτάται από:
• Την ηλικία εκμάθησης της δεύτερης γλώσσας. Όσο μικρότερο είναι το παιδί, τόσο πιο γρήγορα και πιο αποτελεσματικά μαθαίνει τη δεύτερη γλώσσα.
• Την ποσότητα έκθεσης στη δεύτερη γλώσσα. Ένα παιδί που εκτίθεται στη δεύτερη γλώσσα σε καθημερινή βάση μέσα από την τηλεόραση και τη συναναστροφή με μεγαλύτερους συνομηλίκους θα παρουσιάζει ένα πολύ πιο αναπτυγμένο σύστημα επικοινωνίας από ένα παιδί που χρησιμοποιεί τη δεύτερη γλώσσα μόνο π.χ. στην παιδική χαρά.
• Την ποιότητα έκθεσης στη δεύτερη γλώσσα. Ένα παιδί μπορεί να χρησιμοποιεί της ελληνική γλώσσα σε καθημερινή βάση, αλλά η ποιότητα των ελληνικών να είναι κακή (π.χ. ένας γονιός που μιλάει σπαστά ελληνικά).
• Το βαθμό της φωνητικής και δομικής ομοιότητας με τη μητρική γλώσσα. Για παράδειγμα, το παιδί που μαθαίνει Αλβανικά και Ελληνικά (φωνητικά και δομικά παρόμοιες γλώσσες) πιθανόν να του είναι πιο εύκολο συγκριτικά με το παιδί που μαθαίνει Κινέζικα και Ελληνικά (φωνητικά και δομικά διαφορετικές γλώσσες) (Καμπανάρου, 2008).
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου