Γράφει η Παπαδοπούλου Ειρήνη
Ένα διαφορετικό άρθρο, φέτος όσο ποτέ σαν σχολική κοινωνική λειτουργός με έχει ανησυχήσει πολύ ότι έχουμε πάψει να είμαστε μια ομάδα γονείς και εκπαιδευτικό προσωπικό. Υπάρχει τεράστιος θυμός από όλες τις πλευρές.
Η συνεργασία έχει δώσει τη θέση της στην αντιπαράθεση, την καχυποψία και την αμφισβήτηση με αποτέλεσμα το σχολείο να χάνει κάτι πολύ σημαντικό: την αίσθηση της κοινότητας.
Το σχολείο και η οικογένεια αποτελούν δύο βασικούς πυλώνες στη ζωή και την ανάπτυξη ενός παιδιού. Δύο διαφορετικοί κόσμοι, με ξεχωριστούς ρόλους, ευθύνες και προσδοκίες, που όμως συναντιούνται καθημερινά σε έναν κοινό στόχο: την εκπαίδευση, την αγωγή και την ολόπλευρη ανάπτυξη του παιδιού.
Κι όμως, πόσο συχνά παρατηρούμε αυτοί οι δύο κόσμοι να απομακρύνονται αντί να πλησιάζουν; Πόσο συχνά η σχέση γονέων και εκπαιδευτικών μετατρέπεται σε ένα πεδίο αντιπαράθεσης, όπου ο ένας προσπαθεί να αποδείξει στον άλλον ότι έχει δίκιο;
Σταδιακά, δημιουργούνται δύο στρατόπεδα. Από τη μία οι γονείς και από την άλλη οι εκπαιδευτικοί. Ανάμεσά τους, ένα παιδί που χρειάζεται και τους δύο.
Η σχέση γονέων και εκπαιδευτικών δεν ήταν ποτέ απαλλαγμένη από διαφωνίες. Είναι απολύτως φυσιολογικό να υπάρχουν διαφορετικές απόψεις, προβληματισμοί και προσδοκίες. Άλλωστε, ο γονέας βλέπει το παιδί μέσα από την οικογενειακή του καθημερινότητα, ενώ ο εκπαιδευτικός το παρατηρεί σε ένα διαφορετικό κοινωνικό και μαθησιακό περιβάλλον.
Το πρόβλημα αρχίζει όταν η διαφορετική οπτική μετατρέπεται σε αμφισβήτηση και η διαφωνία σε προσωπική αντιπαράθεση.
Όταν κάθε παρατήρηση του εκπαιδευτικού εκλαμβάνεται ως επίθεση προς το παιδί. Όταν κάθε προβληματισμός του γονέα θεωρείται παρέμβαση στο παιδαγωγικό έργο. Όταν η επικοινωνία δεν αποσκοπεί στην εξεύρεση λύσης, αλλά στην υπεράσπιση μιας θέσης. Κάπως έτσι, η εμπιστοσύνη υποχωρεί και τη θέση της παίρνουν η καχυποψία, η ένταση και η απογοήτευση.
Και εγώ εδώ θα αναρώτηθω μήπως και τα social, η ενημέρωση, το πολιτικό σύστημα της χώρας έχει βοηθήσει σε αυτήν την πόλωση;
Ο εκπαιδευτικός δεν βρίσκεται απέναντι από την οικογένεια. Δεν έχει απέναντί του έναν αντίπαλο που πρέπει να πείσει ή να νικήσει. Έχει μπροστά του ένα παιδί που χρειάζεται να εκπαιδεύσει, να καθοδηγήσει και να υποστηρίξει.
Ασφαλώς, οι εκπαιδευτικοί δεν είναι αλάνθαστοι. Μπορεί να κάνουν λάθη, να χρειάζονται βελτίωση ή να έχουν διαφορετική προσέγγιση σε ένα ζήτημα. Το ίδιο, όμως, ισχύει και για τους γονείς.
Η αναγνώριση του επαγγελματικού ρόλου του εκπαιδευτικού δεν σημαίνει ότι οι γονείς πρέπει να σιωπούν ή να αποδέχονται άκριτα κάθε απόφαση. Σημαίνει ότι οι προβληματισμοί και οι διαφωνίες χρειάζεται να εκφράζονται με σεβασμό, διάλογο και διάθεση συνεργασίας. Αντίστοιχα, ο εκπαιδευτικός χρειάζεται να ακούει την οικογένεια, να αναγνωρίζει τις ανησυχίες της και να μην αντιμετωπίζει κάθε ερώτηση ως αμφισβήτηση της επαγγελματικής του επάρκειας.
Ένα ιδιαίτερα ανησυχητικό φαινόμενο είναι η δημιουργία μικρών ομάδων και συμμαχιών μέσα στη σχολική κοινότητα.
Συζητήσεις εκτός σχολείου, σχόλια σε ομάδες επικοινωνίας, προσωπικές κρίσεις, μεταφορά πληροφοριών και παρερμηνείες μπορούν να δημιουργήσουν ένα κλίμα έντασης που δύσκολα ελέγχεται.
Αντί να συζητηθεί ένα ζήτημα με τον άνθρωπο που αφορά, συχνά αναπτύσσονται παράλληλες συζητήσεις, διαμορφώνονται στρατόπεδα και αναζητούνται υποστηρικτές της κάθε πλευράς.
Έτσι, ένα απλό πρόβλημα μπορεί να διογκωθεί και να αποκτήσει διαστάσεις που δεν του αναλογούν.
Το σχολείο, όμως, δεν είναι χώρος προσωπικών αντιπαραθέσεων, ούτε πεδίο επιβεβαίωσης εγωισμών. Είναι ένας χώρος συνύπαρξης, μάθησης και συνεργασίας, όπου όλοι χρειάζεται να αισθάνονται ότι ανήκουν στην ίδια κοινότητα.
Και το παιδί; Πού βρίσκεται μέσα σε όλα αυτά;
Ίσως αυτή να είναι η σημαντικότερη διάσταση του ζητήματος.
Το παιδί αντιλαμβάνεται πολύ περισσότερα από όσα συχνά πιστεύουμε. Ακούει τα σχόλια των γονιών για τον εκπαιδευτικό, παρατηρεί τη συμπεριφορά των ενηλίκων και αντιλαμβάνεται την ένταση που υπάρχει ανάμεσα στις δύο πλευρές.
Όταν ένας γονέας απαξιώνει συστηματικά τον εκπαιδευτικό μπροστά στο παιδί, υπονομεύεται η σχέση εμπιστοσύνης που χρειάζεται να αναπτυχθεί μέσα στην τάξη. Αντίστοιχα, όταν ένας εκπαιδευτικός εκφράζεται απαξιωτικά για την οικογένεια ενός μαθητή, δημιουργείται ένα περιβάλλον συναισθηματικής ανασφάλειας.
Το παιδί μπορεί να βρεθεί σε μια δύσκολη θέση: να αισθάνεται ότι πρέπει να συμφωνήσει με τον γονέα του, να υπερασπιστεί τον εκπαιδευτικό ή να κρύψει όσα συμβαίνουν στο σχολείο.
Δεν είναι δική του ευθύνη να διαχειριστεί τις διαφωνίες των ενηλίκων. Δεν πρέπει να γίνεται αγγελιοφόρος, διαμεσολαβητής ή μέρος μιας σύγκρουσης που δεν του αναλογεί.
Χρειάζεται να αισθάνεται ότι οι σημαντικοί ενήλικες της ζωής του μπορούν να συνεργάζονται, ακόμη κι όταν διαφωνούν.
Ίσως χρειάζεται να επαναπροσδιορίσουμε τι πραγματικά σημαίνει συνεργασία ανάμεσα στην οικογένεια και το σχολείο.
Συνεργασία δεν σημαίνει ότι ο γονέας δεν θα εκφράσει ποτέ αντίθετη άποψη. Ούτε ότι ο εκπαιδευτικός θα πρέπει να ικανοποιεί κάθε απαίτηση της οικογένειας.
Σημαίνει ότι μπορούμε να διαφωνούμε χωρίς να προσβάλλουμε. Να θέτουμε ερωτήματα χωρίς να κατηγορούμε. Να αναγνωρίζουμε τα λάθη μας χωρίς να αισθανόμαστε ότι χάνουμε το κύρος μας.
Σημαίνει, επίσης, να θυμόμαστε ότι κανείς δεν γνωρίζει όλες τις πλευρές ενός παιδιού. Ο γονέας έχει πολύτιμη γνώση για την προσωπικότητα, τις εμπειρίες και τις ανάγκες του παιδιού του. Ο εκπαιδευτικός διαθέτει τη δική του παιδαγωγική εμπειρία και παρατηρεί το παιδί μέσα στην ομάδα.
Όταν αυτές οι δύο οπτικές συναντιούνται, μπορούν να δημιουργήσουν ένα ουσιαστικό πλαίσιο υποστήριξης.
Η αποκατάσταση της σχέσης εμπιστοσύνης απαιτεί προσπάθεια και από τις δύο πλευρές.
Χρειάζεται ουσιαστική επικοινωνία, σαφή όρια στους ρόλους και τις ευθύνες, σεβασμός στην προσωπικότητα κάθε παιδιού και αναγνώριση της προσφοράς τόσο της οικογένειας όσο και των εκπαιδευτικών.
Χρειάζεται, επίσης, λιγότερη διάθεση για επίρριψη ευθυνών και περισσότερη διάθεση για αναζήτηση λύσεων.
Δεν χρειάζεται να δημιουργούμε στρατόπεδα για να υπερασπιστούμε τα παιδιά μας. Χρειάζεται να δημιουργούμε σχέσεις εμπιστοσύνης, ώστε να αισθάνονται ασφαλή και υποστηριγμένα.
Ίσως το μεγαλύτερο λάθος μας είναι ότι ξεχνάμε πως γονείς και εκπαιδευτικοί δεν έχουν διαφορετικούς προορισμούς. Μπορεί να ακολουθούν διαφορετικούς δρόμους, να έχουν διαφορετικές απόψεις και να αντιμετωπίζουν τις δυσκολίες από διαφορετική αφετηρία, αλλά ο κοινός τους προορισμός είναι το παιδί.
Ας σταματήσουμε, λοιπόν, να αναζητούμε ποιος έχει το πάνω χέρι, ποιος θα επικρατήσει και ποιος θα δικαιωθεί.
Ας μάθουμε να ακούμε περισσότερο, να κρίνουμε λιγότερο και να συζητάμε πριν καταλήξουμε σε συμπεράσματα.
Γιατί το σχολείο δεν χρειάζεται στρατόπεδα. Χρειάζεται συνεργάτες, ανθρώπους με διάθεση προσφοράς και ενήλικες που αντιλαμβάνονται την ευθύνη τους απέναντι στην επόμενη γενιά.
Το παιδί δεν χρειάζεται να διαλέξει ανάμεσα στον γονέα και τον εκπαιδευτικό. Χρειάζεται και τους δύο δίπλα του.
Και ίσως αυτό είναι το σημαντικότερο μάθημα που οφείλουμε πρώτα εμείς οι ενήλικες να μάθουμε: ότι για να μεγαλώσουν τα παιδιά μας με σεβασμό, εμπιστοσύνη και συνεργατικό πνεύμα, πρέπει πρώτα να τους δείξουμε εμείς πώς μοιάζουν όλα αυτά στην πράξη.
Όταν γονείς και εκπαιδευτικοί γίνονται αντίπαλοι, το σχολείο χάνει τη δύναμη της συνεργασίας. Και το παιδί χάνει το δικαίωμα να μεγαλώνει μέσα σε έναν κόσμο όπου οι σημαντικοί ενήλικες της ζωής του βρίσκονται στην ίδια πλευρά.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου